Tuesday, 26 June 2007

ΤΙ ΧΡΗΣΙΜΕΥΕΙ Η ΠΟΙΗΣΗ;

Στις 15 Νοεμβρίου 1955 στην Κολωνία ο ποιητής Gottfried Benn κλήθηκε να δώσει μια ομιλία για λογαριασμό της Βορειοδυτικής Ραδιοφωνίας (NWDR) με συνεισηγητή τον συγγραφέα και στοχαστή Reinhold Schneider. Το θέμα της ομιλίας ήταν: «Οφείλει η ποίηση να βελτιώνει τη ζωή;»Σε μια αίθουσα κατάμεστη από κόσμο (η ζήτηση των εισιτηρίων έχει λάβει διαστάσεις φυσικού φαινομένου του γράφουν από το σταθμό), ο Benn προβαίνει σε μια διεξοδική ανάλυση των τεσσάρων όρων της ερώτησης (οφείλει, ζωή, βελτιώνει, ποίηση). Το περιεχόμενο της ομιλίας του είναι μια διεισδυτική και πολλές φορές καυστική κριτική των τρέχουσων αντιλήψεων της εποχής του, που οργανώνεται γύρω από έναν ερωτηματικό πυρήνα για την ίδια τη γλώσσα και το ιδεολογικό φορτίο των λέξεων όπως αυτές χρησιμοποιούνται και φθείρονται από τους διαχειριστές της κουλτούρας. Η ομιλία κλιμακώνεται σε έναν λόγο πυκνό, μια κατάφαση για την ποίηση, που απορρίπτει κάθε εύκολη εξήγηση, κατάταξη ή χρήση: «....Η ποίηση δεν βελτιώνει, ωστόσο κάνει κάτι πολύ πιο κρίσιμο: μεταβάλλει. Δεν έχει τη δύναμη να παρεμβαίνει ιστορικά, αν είναι καθαρή τέχνη, δεν έχει τη δύναμη να παρεμβαίνει θεραπευτικά και παιδαγωγικά, επιδρά διαφορετικά: Αίρει τον χρόνο και την ιστορία, η επίδρασή της φτάνει ως τα γονίδια, ως τις κληρονομικές καταβολές, ως την ουσία-ένας μακρύς εσωτερικός δρόμος. Η φύση της ποίησης είναι ένας ατέρμονος συγκρατημός, ο πυρήνας της είναι εκρηκτικός μα η περιφέρειά της λεπτή , το άγγιγμά της ελάχιστο κι ωστόσο πυρωμένο. Όλα τα πράγματα μεταβάλλονται, όλες οι έννοιες και οι κατηγορίες αλλάζουν χαρακτήρα τη στιγμή που τις παρατηρούμε υπό το πρίσμα της τέχνης, τη στιγμή που εκείνη τις αποκαλύπτει, τη στιγμή που εκείνες της αποκαλύπτονται. Η ποίηση κομίζει το νερό της αφθονίας στη γη που έμεινε χέρσα και άκαρπη και αποκαμωμένη, μια αφθονία που μπορεί να σαστίζει και να μένει ακατανόητη, αλλά ραίνει με σπόρους γόνιμους τους έρημους όχτους, σπόρους ευδαιμονίας και σπόρους πένθους, η φύση της ποίησης είναι τελείωση και σαγήνη»[1]Τελείωση και σαγήνη. Τι άλλο να ζητήσει κανείς; Πρέπει να το ζητήσεις βέβαια για να σου δωθεί. «Τι χρησιμεύει η ποίηση σήμερα;» Αυτή είναι η ερώτηση που έθεσε το Κυριακάτικο Βήμα σε πέντε Έλληνες ποιητές στις 18 Μαρτίου 2007, με αφορμή την παγκόσμια ημέρα Ποίησης. Είναι γνωστό ότι σε όλες τις χαμένες υποθέσεις συνηθίζουμε να αφιερώνουμε μία ημέρα. Ημέρες κάθε άλλο παρά γιορτινές αφού υπενθυμίζουν απλώς την απουσία ουσιαστικών όρων ύπαρξης γι’ αυτές τις υποθέσεις, ενώ εξαίρονται σαν κάτι νεκρό που πασχίζουμε να μην ξεχάσουμε ( βάζοντας σε λειτουργία έναν τεράστιο μηχανισμό αποενοχοποίσης που πλαισιώνεται από το πιο κίβδηλο γιορτινό πνεύμα). Εκτός από τη θλίψη υπάρχει όμως και θυμός και ενόχληση για την υποκρισία μιας κοινωνίας που απαξιώνει και υποσκάπτει με ποικίλλους τρόπους εκείνα που υποτίθεται ότι τιμά. Στην συγκεκριμένη περίπτωση έχει ενδιαφέρον να εξετάσουμε κι εμείς όπως ο Benn τις λέξεις της ερώτησης. Η πρόταση αυτή περιέχει δύο όρους που αλληλλοακυρώνονται: χρησιμότητα (χρήση, χρήσιμο) και ποίηση. Δεν μπορώ να μην σκεφτώ ότι μέσα στην ερώτηση έστω και χωρίς πρόθεση διατυπώνεται στο βυθό των λέξεων, η απαξίωση που επιφυλλάσει ο σύγχρονος κόσμος και οι εκφραστές-καταναλωτές του, στο κατεξοχήν άχρηστο είδος τέχνης: την ποίησηΟι εφημερίδες και γενικά τα ΜΜΕ σαν φορείς και παραγωγοί μιας αποκλειστικά εργαλειακής χρήσης του λόγου έχουν εξορίσει την ποίηση ακόμα και από τα λογοτεχνικά ένθετα όπου καταφέρνουν να παρεισφρύσουν κάποιες ανώδυνες κριτικές παρουσιάσεις για λογοτεχνικά βιβλία κυρίως με γνώμονα την αξία τους ως προιόντα και με άλλοθι την προώθηση του πολιτισμού. (Ο ίδιος αποκλεισμός επιφυλάσσεται και στην φιλοσοφία, άλλο άχρηστο είδος λόγου). Ποιός ρωτάει λοιπόν; (για να παραθέσω πάλι τον Benn παραφράζοντάς τον ελαφρά) «Ποιος αξιώνει από εμάς να βρούμε μια χρησιμότητα για την ποίηση; - Ένας οικονομολόγος, ένας παιδαγωγός, ένας ιερέας, ένας εισαγγελέας; Ή μήπως μια φωνή λαού, το δημοκρατικό ιδεώδες, σύμφωνα με το οποίο καθένας οφείλει να γνωρίζει και να έχει λόγο για τα πάντα;»Μήπως πρέπει να επιμείνουμε στην αξία της μη χρησιμότητας; Μήπως αυτό ακριβώς το στοιχείο καθιστά την ποίηση (και την τέχνη γενικότερα) πολύτιμη; «Ανάμεσα στα πράγματα που χαρίζουν στο ανθρώπινο τεχνούργημα την σταθερότητα εκείνη, χωρίς την οποία δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει η σίγουρη κατοικία των ανθρώπων , βρίσκονται κάμποσα αντικείμενα, τα οποία δεν έχουν απολύτως καμμία χρησιμότητα και τα οποία επιπλέον λόγω της μοναδικότητάς τους δεν είναι ανταλλάξιμα και συνεπώς δεν επιδέχονται εξίσωση μέσω ενός κοινού παρονομαστή, όπως είναι το χρήμα.», μας λέει η Hannah Arendt.[2] Ένα στοιχείο λοιπόν είναι η μοναδικότητα. Το άλλο είναι η αντοχή στο χρόνο: «Μοιάζει ως εάν η χρονική ανθεκτικότητα της τέχνης να καθιστά πασιφανή την μονιμότητα του κόσμου , έτσι ώστε ένα προμύνημα αθανασίας- γίνεται χειροπιαστά παρόν, για να ακτινοβολεί και να φαίνεται, για να ηχεί και να αντηχεί, για να μιλά και ν’ακούγεται» Η μανία χρήσης που έχει κυριεύσει τον μετακαπιταλιστικό κόσμο και η κυρίαρχη γλώσσα που εξορθολογίζει και εργαλειοποιεί κάθε έκφανση του λόγου καθιστά και εμάς τους ίδιους μη μοναδικούς, αναλώσιμους, άξιους μόνο στον βαθμό της χρησιμότητάς μας. Ο κόσμος φτωχαίνει, συρρικνώνεται σε οριζόντιες καθορισμένες κινήσεις-επαγωγές. Η ποίηση, η τέχνη, διασχίζει κάθετα τη γλώσσα απελευθερώνει τον λόγο και τη νόηση, φέρνει στο προσκήνιο την βιαιότητα των ήχων και την διακύβευση των νοημάτων, καλεί τα πράγματα με το μυστικό τους όνομα και τα καθιστά πραγματικά. Η επαφή με την ποίηση δεν είναι ίαση, η τέχνη δεν είναι θεραπαινίδα, είναι κίνδυνος, αλλά μέσα από την διακινδύνευση είναι ίσως δυνατόν να υπάρξουμε. Η ποίηση είναι άσκηση στα ανοιχτά ερωτήματα, στην διαρκή αμφιβολία. Το ποίημα μας υπερβαίνει αλλά και μας καλεί στη υπέρβαση, μπορεί να μεταβάλλει τη ματιά μας. (συμπτωματικά το ποίημα της Mary Oliver «Ο κύκνος», ίσως απαντά στο ερώτημά μας με μια ερώτηση). Ο φιλόσοφος και ο ποιητής (ο καλλιτέχνης) γεννούν μια νέα πραγματικότητα , επινοούν μια αδιανόητη δομή λέξεων ήχων ρυθμών και νοημάτων . Είναι πολεμιστές και θεμελιωτές πάνω στο χάος των δυνατοτήτων και έχουν μάθει να γειτνιάζουν με αυτό. «Για να είναι ο κόσμος αυτό που προορίζεται πάντα να είναι, μια κατοικία για τους ανθρώπους σ’όλη τους τη ζωή πάνω στη γη , το ανθρώπινο οικοδόμημα πρέπει να είναι χώρος κατάλληλος για την πράξη και την ομιλία, για δραστηριότητες όχι απλώς άχρηστες για τα χρειώδη της ζωής αλλά και εντελώς διαφορετικής υφής από τις ποικίλες δραστηριότητες της κατασκευής με τις οποίες παράγεται ο ίδιος κόσμος και τα πράγματα που περιέχει. Δεν χρειάζεται να κάνουμε εδώ επιλογή μεταξύ του Πλάτωνα και του Πρωταγόρα, ή ν’αποφασίσουμε αν το μέτρο όλων των πραγμάτων θα πρέπει να είναι ο άνθρωπος ή ο θεός. Το βέβαιο είναι πως το μέτρο δεν μπορεί να είναι ούτε η κινητήρια ανάγκη της βιολογικής πλευράς της ζωής και ο μόχθος, ούτε η ωφελιμιστική εργαλειοκρατεία της κατασκευής και της χρήσης». (Hannah Arendt) Μένει να αναρωτηθούμε ποιο είναι το μέτρο του κόσμου που ζούμε σήμερα και στις ελάχιστες περιπτώσεις που υπάρχει δυνατότητα δημόσιου λόγου να είμαστε πιο καχύποπτοι και πιο μαχητικοί αν θέλουμε να ανήκουμε (ή αν θεωρούμε ότι είναι δυνατόν να υπάρχει κάτι τέτοιο) στην «κοινότητα των πολεμιστών-θεμελιωτών» [3]

[1]Ολόκληρο το κέιμενο της ομιλίας του Gottfried Benn έχει δημοσιευτεί στο περιοδικό Ποίηση τέυχος 23 (από όπου και τα απσπάσματα), μετάφραση Κώστας Κουτσουρέλης σε συνεργασία με ομάδα σπουδαστών του Γερμανικού τμήματος του ΕΚΕΜΕΛ.
[2]«Η ανθρώπινη κατάσταση», (Vita Activa), εκδ. Γνώση 1986, μετφ. Στέφανος Ροζάνης, Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος (σελ. 230, « Η διάρκεια του κόσμου και το έργο τέχνης»)
[3]Το κείμενο αυτό του Marcus Steinweg αποτελεί συστατικό στοιχείο του έργου
“U-Lounge” του Thomas Hirschhorn για την έκθεση «Ο Μεγάλος Περίπατος» του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης ( Αθήνα, 2006)